επιθυμία
•
- πόθος ενός ατόμου κινητοποιημένος από ανάγκη ή συναίσθημα Βικιλεξικό
- Αφού μάταια προσπάθησαν κι οι δυο να αντισταθούν στο σκούντημα της ζωής, δόθηκαν ανεπιφύλακτα στο αλισβερίσι των αισθημάτων, των απολαύσεων, των επιθυμιών που φύλαγαν ο ένας για τον άλλο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Πάντα η Αλεξάνδρεια, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 1917, 2024)
- Ένα γκαρσόνι με μοβ σακάκι και μαύρο παπιγιόν μας πλησίασε, έτοιμο να ικανοποιήσει δουλοπρεπώς κάθε μας επιθυμία. Παραγγείλαμε ουίσκι, σόδα κι αναψυκτικά. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορίες για τη θάλασσα από την ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Αιγόκερως, 1999, σελ. 309)
Ετυμολογία
επιθυμία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιθυμία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιθυμία | επιθυμίες |
| Γενική | επιθυμίας | επιθυμιών |
| Αιτιατική | επιθυμία | επιθυμίες |
| Κλητική | επιθυμία | επιθυμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →