Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επικαιρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται σε σύγχρονα γεγονότα ή ζητήματα της επικαιρότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επικαιρικός < επίκαιρος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπικαιρικόςεπικαιρικήεπικαιρικό
Γενικήεπικαιρικούεπικαιρικήςεπικαιρικού
Αιτιατικήεπικαιρικόεπικαιρικήεπικαιρικό
Κλητικήεπικαιρικέεπικαιρικήεπικαιρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπικαιρικοίεπικαιρικέςεπικαιρικά
Γενικήεπικαιρικώνεπικαιρικώνεπικαιρικών
Αιτιατικήεπικαιρικούςεπικαιρικέςεπικαιρικά
Κλητικήεπικαιρικοίεπικαιρικέςεπικαιρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →