Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίκαιρος

/eˈpi.ce.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. του παρόντος (χρόνου) Βικιλεξικό
  2. που ταιριάζει με την υπάρχουσα, αυτή τη στιγμή, κατάσταση Βικιλεξικό
    • η αναφορά στα προβλήματα της οικονομίας είναι πάντα επίκαιρη

Ετυμολογία

επίκαιρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίκαιρος. Συγχρονικά αναλύεται σε επί- + καιρ(ός) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίκαιροςεπίκαιρηεπίκαιρο
Γενικήεπίκαιρουεπίκαιρηςεπίκαιρου
Αιτιατικήεπίκαιροεπίκαιρηεπίκαιρο
Κλητικήεπίκαιρεεπίκαιρηεπίκαιρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίκαιροιεπίκαιρεςεπίκαιρα
Γενικήεπίκαιρωνεπίκαιρωνεπίκαιρων
Αιτιατικήεπίκαιρουςεπίκαιρεςεπίκαιρα
Κλητικήεπίκαιροιεπίκαιρεςεπίκαιρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →