επίκαιρος
•
- του παρόντος (χρόνου) Βικιλεξικό
- που ταιριάζει με την υπάρχουσα, αυτή τη στιγμή, κατάσταση Βικιλεξικό
- η αναφορά στα προβλήματα της οικονομίας είναι πάντα επίκαιρη
Ετυμολογία
επίκαιρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίκαιρος. Συγχρονικά αναλύεται σε επί- + καιρ(ός) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επίκαιρος | επίκαιρη | επίκαιρο |
| Γενική | επίκαιρου | επίκαιρης | επίκαιρου |
| Αιτιατική | επίκαιρο | επίκαιρη | επίκαιρο |
| Κλητική | επίκαιρε | επίκαιρη | επίκαιρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επίκαιροι | επίκαιρες | επίκαιρα |
| Γενική | επίκαιρων | επίκαιρων | επίκαιρων |
| Αιτιατική | επίκαιρους | επίκαιρες | επίκαιρα |
| Κλητική | επίκαιροι | επίκαιρες | επίκαιρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →