επικεφαλίδα
•
- αυτό που αναγράφεται στην κορυφή ενός κειμένου, ενός πίνακα, μιας επιστολής κ.λπ. Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςοι δηλώσεις πάνω από το κύριο μέρος (το σώμα) μιάς σύνθετης δομής προγραμματισμού, όπως σε μία υποθετική εντολή (πχ. εντολή if), σε έναν βρόχο (πχ. εντολή while), σε μιά συνάρτηση ή μέθοδο (βλ. επικεφαλίδα συνάρτησης), σε μιά κλάση, κλπ. Βικιλεξικό
- Στον βρόχο: while ( <συνθήκη> ) { ... <σώμα> ... }, η δήλωση while ( <συνθήκη> ), λέγεται επικεφαλίδα και οι περιεχόμενες εντολές στις αγκύλες σώμα
Ετυμολογία
επικεφαλίδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπικεφαλίς, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική en-tête (μαρτυρείται από το 1882)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επικεφαλίδα | επικεφαλίδες |
| Γενική | επικεφαλίδας | επικεφαλίδων |
| Αιτιατική | επικεφαλίδα | επικεφαλίδες |
| Κλητική | επικεφαλίδα | επικεφαλίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →