Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επικονίαση

/e.pi.koˈni.a.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βοτανικήη εναπόθεσης γύρης για τη γονιμοποίηση και γενικότερα την αναπαραγωγή των φυτών Βικιλεξικό
  2. παρωχημένη σημασίαεπίστρωση με κονίαμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επικονίαση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπικονία(σις) (μαρτυρείται από το 1890 από τον Κωνσταντίνο Μητσόπουλο) + -ση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pollinisation → δείτε το λατινικό pollen (σκόνη αλευριού). Μορφολογικά αναλύεται σε επι- + κονίαση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπικονίασηεπικονιάσεις
Γενικήεπικονίασηςεπικονιάσεων
Αιτιατικήεπικονίασηεπικονιάσεις
Κλητικήεπικονίασηεπικονιάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →