επικουρώ
•
- λόγιοβοηθώ Βικιλεξικό
- 1992 Οδηγία 92/43, ΕΟΚ, Άρθρο 20, της 21ης Μαΐου 1992
Ετυμολογία
επικουρώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπικουρῶ < αρχαία ελληνική ἐπικουρέω (ἐπικουρέω, -ῶ).
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επικουρώ | επικουρείς | επικουρεί | επικουρούμε | επικουρείτε | επικουρούν / επικουρούνε |
| Παρατατικός | επικουρούσα | επικουρούσες | επικουρούσε | επικουρούσαμε | επικουρούσατε | επικουρούσαν / επικουρούσανε |
| Αόριστος | επικούρησα | επικούρησες | επικούρησε | επικουρήσαμε | επικουρήσατε | επικουρήσαν / επικουρήσανε / επικούρησαν |
| Μέλλοντας | θα επικουρήσω / θα επικουρώ | θα επικουρήσεις / θα επικουρείς | θα επικουρήσει / θα επικουρεί | θα επικουρήσουμε / θα επικουρούμε | θα επικουρήσετε / θα επικουρείτε | θα επικουρήσουν / θα επικουρήσουνε / θα επικουρούν / θα επικουρούνε |
| Παρακείμενος | έχω επικουρήσει | έχεις επικουρήσει | έχει επικουρήσει | έχουμε επικουρήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επικουρήσει | είχες επικουρήσει | είχε επικουρήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επικουρήσει / να επικουρήσω / να επικουρώ | να έχεις επικουρήσει / να επικουρήσεις / να επικουρείς | να έχει επικουρήσει / να επικουρήσει / να επικουρεί | να έχουμε επικουρήσει / να επικουρήσουμε / να επικουρούμε | να επικουρήσετε / να επικουρείτε | να επικουρήσουν / να επικουρήσουνε / να επικουρούν / να επικουρούνε |
| Προστακτική | — | επικούρει / επικούρησε | — | — | επικουρήστε / επικουρείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επικουρήθηκαεπικουρούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →