συνεπικουρώ
•
- λόγιοείμαι συνεπίκουρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεπικουρώ < αρχαία ελληνική συνεπικουρέω / συνεπικουρῶ < ἐπικουρέω / ἐπικουρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνεπικουρώ | συνεπικουρείς | συνεπικουρεί | συνεπικουρούμε | συνεπικουρείτε | συνεπικουρούν / συνεπικουρούνε |
| Παρατατικός | συνεπικουρούσα | συνεπικουρούσες | συνεπικουρούσε | συνεπικουρούσαμε | συνεπικουρούσατε | συνεπικουρούσαν / συνεπικουρούσανε |
| Αόριστος | συνεπικούρησα | συνεπικούρησες | συνεπικούρησε | συνεπικουρήσαμε | συνεπικουρήσατε | συνεπικουρήσαν / συνεπικουρήσανε / συνεπικούρησαν |
| Μέλλοντας | θα συνεπικουρήσω / θα συνεπικουρώ | θα συνεπικουρήσεις / θα συνεπικουρείς | θα συνεπικουρήσει / θα συνεπικουρεί | θα συνεπικουρήσουμε / θα συνεπικουρούμε | θα συνεπικουρήσετε / θα συνεπικουρείτε | θα συνεπικουρήσουν / θα συνεπικουρήσουνε / θα συνεπικουρούν / θα συνεπικουρούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνεπικουρήσει | έχεις συνεπικουρήσει | έχει συνεπικουρήσει | έχουμε συνεπικουρήσει | έχετε συνεπικουρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνεπικουρήσει | είχες συνεπικουρήσει | είχε συνεπικουρήσει | είχαμε συνεπικουρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνεπικουρήσει / να συνεπικουρήσω / να συνεπικουρώ | να έχεις συνεπικουρήσει / να συνεπικουρήσεις / να συνεπικουρείς | να έχει συνεπικουρήσει / να συνεπικουρήσει / να συνεπικουρεί | να έχουμε συνεπικουρήσει / να συνεπικουρήσουμε / να συνεπικουρούμε | να έχετε συνεπικουρήσει / να συνεπικουρήσετε / να συνεπικουρείτε | να συνεπικουρήσουν / να συνεπικουρήσουνε / να συνεπικουρούν / να συνεπικουρούνε |
| Προστακτική | — | συνεπικούρει / συνεπικούρησε | — | — | συνεπικουρήστε / συνεπικουρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →