Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επικράτεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςη γεωγραφική περιοχή όπου ασκεί την εξουσία του κι έχει αρμοδιότητες ένα κράτος Βικιλεξικό
    • Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις ενδομεταφορές (καμποτάζ), δηλαδή την παροχή υπηρεσιών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός της επικράτειας κράτους μέλους από μεταφορέα που είναι εγκατεστημένος σε έτερο κράτος μέλος. (*)
    • «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι, για να μη νομίζετε ότι κάνω κριτική εκ του ασφαλούς», λέει ο Τάκης Λαμπρίας, αυτοεξόριστος ο ίδιος. «Κανείς αυτοεξόριστος δεν είναι ήρωας. Ήρωες είναι όσοι μάχονται μέσα στην επικράτεια. Έξω, το πληρώνεις με τη φτώχεια σου, την αθλιότητά σου, τη νοσταλγία σου, αλλά ήρωας δεν είσαι» (Στάθης Ν. Καλύβας, Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2025, σελ. 65)
  2. βιολογίαη ανώτατη ταξινομική βαθμίδα για τα έμβια όντα. Την ακολουθεί το βασίλειο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επικράτεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπικράτεια ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπικράτειαεπικράτειες
Γενικήεπικράτειας / επικρατείαςεπικρατειών
Αιτιατικήεπικράτειαεπικράτειες
Κλητικήεπικράτειαεπικράτειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →