επικρεμάμενος
•
- λόγιοπου επικρέμαται Βικιλεξικό
- η απόλυση αποτελεί επικρεμάμενη δαμόκλειο σπάθη στα κεφάλια των φτωχών
Ετυμολογία
επικρεμάμενος < αρχαία ελληνική ἐπικρεμάμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ἐπικρέμαμαι
Άλλοι τύποι
επικρεμάμεναεπικρεμάμενεεπικρεμάμενεςεπικρεμάμενηεπικρεμάμενηςεπικρεμάμενοεπικρεμάμενοιεπικρεμάμενοςεπικρεμάμενουεπικρεμάμενουςεπικρεμάμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →