Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επικυρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με επικύρωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επικυρωτικός < επικυρώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπικυρωτικόςεπικυρωτικήεπικυρωτικό
Γενικήεπικυρωτικούεπικυρωτικήςεπικυρωτικού
Αιτιατικήεπικυρωτικόεπικυρωτικήεπικυρωτικό
Κλητικήεπικυρωτικέεπικυρωτικήεπικυρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπικυρωτικοίεπικυρωτικέςεπικυρωτικά
Γενικήεπικυρωτικώνεπικυρωτικώνεπικυρωτικών
Αιτιατικήεπικυρωτικούςεπικυρωτικέςεπικυρωτικά
Κλητικήεπικυρωτικοίεπικυρωτικέςεπικυρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →