επικυρωτικός
•
- που έχει σχέση με επικύρωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επικυρωτικός < επικυρώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επικυρωτικός | επικυρωτική | επικυρωτικό |
| Γενική | επικυρωτικού | επικυρωτικής | επικυρωτικού |
| Αιτιατική | επικυρωτικό | επικυρωτική | επικυρωτικό |
| Κλητική | επικυρωτικέ | επικυρωτική | επικυρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επικυρωτικοί | επικυρωτικές | επικυρωτικά |
| Γενική | επικυρωτικών | επικυρωτικών | επικυρωτικών |
| Αιτιατική | επικυρωτικούς | επικυρωτικές | επικυρωτικά |
| Κλητική | επικυρωτικοί | επικυρωτικές | επικυρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →