επικόλληση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επικολλώ Βικιλεξικό
- πληροφορικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επικολλώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επικόλληση < επικολλώ + -ση < επι- + κολλώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επικόλληση | επικολλήσεις |
| Γενική | επικόλλησης | επικολλήσεων |
| Αιτιατική | επικόλληση | επικολλήσεις |
| Κλητική | επικόλληση | επικολλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →