Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επικός

/e.piˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με το έπος, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
    • Η αρχαία ελληνική λογοτεχνία είχε να επιδείξει ένα περίπυστο παράδειγμα για το οποίο ισχύει η αρχή αυτή, τον Όμηρο. Πράγματι, στην περίπτωση του μεγάλου επικού ποιητή τα ασφαλή βιογραφικάστοιχεία είναι ιδιαιτέρως πενιχρά· στην ουσία γνωρίζουμε μόνο το όνομά του και ενδεχομένως τον τόπο προέλευσής του που εντοπίζεται στα ιωνικά μικρασιατικά παράλια ή στα γειτονικά νησιά. (εφ. Το Βήμα, 24/11/2008)
  2. μεταφορικάπου χαρακτηρίζεται από σκληρή και επίπονη προσπάθεια, σαν να έχουν γραφεί οι ενέργειές του σε έπος Βικιλεξικό
    • Από το 325 π.Χ. και την επική προσπάθεια του Πυθέα του Μασσαλιώτη, ο άνθρωπος προσπάθησε να εξερευνήσει και να κατακτήσει την Αρκτική, χωρίς ωστόσο, λόγω των αιώνιων πάγων, να μπορέσει ποτέ να την εκμεταλλευτεί. (εφ. ελευθεροτυπία, 25/9/2011)
  3. κατ’ επέκτασηαξιοπρόσεκτος, αξιομνημόνευτος, θαυμαστός Βικιλεξικό
    • Επική απάντηση ηλικωμένου γιατί δεν πάει σπίτι του (εφ. Έθνος, 15.03.2020)

Ετυμολογία

επικός < ελληνιστική κοινή ἐπικός < αρχαία ελληνική ἔπος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική épique ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική epic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπικόςεπικήεπικό
Γενικήεπικούεπικήςεπικού
Αιτιατικήεπικόεπικήεπικό
Κλητικήεπικέεπικήεπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπικοίεπικέςεπικά
Γενικήεπικώνεπικώνεπικών
Αιτιατικήεπικούςεπικέςεπικά
Κλητικήεπικοίεπικέςεπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →