επικύρωση
•
- η ενέργεια του επικυρώνω Βικιλεξικό
- Η αντιπολίτευση ζητεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να μην προχωρήσει στην επικύρωση του νέου νόμου.
- Το ΑΣΕΠ θα συνεδριάσει για την επικύρωση των αποτελεσμάτων του τελευταίου διαγωνισμού.
- η ενέργεια του επικυρώνω Βικιλεξικό
- επικύρωση φωτοαντιγράφου ή διαβατηρίου
- σπάνιοη ενέργεια του επικυρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επικύρωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπικύρω(σις) + -ση < ἐπικυρόω. Συγχρονικά αναλύεται σε επί- + κύρωση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επικύρωση | επικυρώσεις |
| Γενική | επικύρωσης | επικυρώσεων |
| Αιτιατική | επικύρωση | επικυρώσεις |
| Κλητική | επικύρωση | επικυρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →