επιλαμβάνομαι
•
- καταπιάνομαι, καταγίνομαι με κάτι, ασχολούμαι με έντονο ενδιαφέρον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιλαμβάνομαι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιλαμβάνομαι | επιλαμβάνεσαι | επιλαμβάνεται | επιλαμβανόμαστε | επιλαμβάνεστε | επιλαμβάνονται |
| Παρατατικός | επιλαμβανόμουν / επιλαμβανόμουνα | επιλαμβανόσουν / επιλαμβανόσουνα | επιλαμβανόταν / επιλαμβανότανε | επιλαμβανόμασταν / επιλαμβανόμαστε | επιλαμβανόσασταν / επιλαμβανόσαστε | επιλαμβάνονταν / επιλαμβανόντουσαν |
| Αόριστος | επιλήφθηκα | επιλήφθηκες | επιλήφθηκε | επιληφθήκαμε | επιληφθήκατε | επιλήφθηκαν / επιληφθήκαν / επιληφθήκανε |
| Μέλλοντας | θα επιλαμβάνομαι / θα επιληφθώ | θα επιλαμβάνεσαι / θα επιληφθείς | θα επιλαμβάνεται / θα επιληφθεί | θα επιλαμβανόμαστε / θα επιληφθούμε | θα επιλαμβάνεστε / θα επιληφθείτε | θα επιλαμβάνονται / θα επιληφθούν / θα επιληφθούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιληφθεί | έχεις επιληφθεί | έχει επιληφθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιληφθεί | είχες επιληφθεί | είχε επιληφθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιληφθεί / να επιλαμβάνομαι / να επιληφθώ | να έχεις επιληφθεί / να επιλαμβάνεσαι / να επιληφθείς | να έχει επιληφθεί / να επιλαμβάνεται / να επιληφθεί | να επιλαμβανόμαστε / να επιληφθούμε | να επιλαμβάνεστε / να επιληφθείτε | να επιλαμβάνονται / να επιληφθούν / να επιληφθούνε |
| Προστακτική | — | επιλήψου / επιλαμβάνου | — | — | επιλαμβάνεστε / επιληφθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →