απασχολούμαι
•
- εργάζομαι, καταπιάνομαι με κάτι, συνήθως επαγγελματικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απασχολούμαι < μέση φωνή του μεσαιωνικού ρήματος απασχολώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απασχολούμαι | απασχολείσαι | απασχολείται | απασχολούμαστε | απασχολείστε | απασχολούνται |
| Παρατατικός | απασχολούμουν | απασχολούσουν | απασχολούνταν | απασχολούμασταν / απασχολούμαστε | απασχολούσασταν / απασχολούσαστε | απασχολούνταν |
| Αόριστος | απασχολήθηκα | απασχολήθηκες | απασχολήθηκε | απασχοληθήκαμε | απασχοληθήκατε | απασχολήθηκαν / απασχοληθήκαν / απασχοληθήκανε |
| Μέλλοντας | θα απασχοληθώ / θα απασχολούμαι | θα απασχολείσαι / θα απασχοληθείς | θα απασχολείται / θα απασχοληθεί | θα απασχοληθούμε / θα απασχολούμαστε | θα απασχολείστε / θα απασχοληθείτε | θα απασχοληθούν / θα απασχοληθούνε / θα απασχολούνται |
| Παρακείμενος | έχω απασχοληθεί | έχεις απασχοληθεί | έχει απασχοληθεί | έχουμε απασχοληθεί | έχετε απασχοληθεί | έχουν απασχοληθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα απασχοληθεί | είχες απασχοληθεί | είχε απασχοληθεί | είχαμε απασχοληθεί | είχατε απασχοληθεί | είχαν απασχοληθεί |
| Υποτακτική | να έχω απασχοληθεί / να απασχοληθώ / να απασχολούμαι | να έχεις απασχοληθεί / να απασχολείσαι / να απασχοληθείς | να έχει απασχοληθεί / να απασχολείται / να απασχοληθεί | να έχουμε απασχοληθεί / να απασχοληθούμε / να απασχολούμαστε | να έχετε απασχοληθεί / να απασχολείστε / να απασχοληθείτε | να έχουν απασχοληθεί / να απασχοληθούν / να απασχοληθούνε / να απασχολούνται |
| Προστακτική | — | απασχολήσου | — | — | απασχολείστε / απασχοληθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →