επιλόχειος
•
- που έχει σχέση με τη λοχεία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Αλλά η επιλόχειος κατάθλιψη φαίνεται πως δεν αποτελεί μονοπώλιο των γυναικών, όπως υπογραμμίζει και η γυναικολόγος-μαιευτήρας (…). Έρευνες έχουν δείξει πως και για τους συντρόφους των λεχώνων, η εμπειρία της εγκυμοσύνης, της γέννας και της άφιξης του νεογνού στην καθημερινότητά τους αφήνει αντίστοιχα σημάδια στον ψυχισμό τους, αποδίδοντάς τους τον όρο «λυπημένοι πατεράδες» (κατά το αγγλοσαξονικό «sad dads»). (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 2/3/2013)
- Το 1847, ο Ούγγρος γιατρός Ιγνάτιος Σέμελβαϊς καθιέρωσε στη μαιευτική κλινική του γενικού νοσοκομείου της Βιέννης τον πιο εύκολο και φθηνό τρόπο μείωσης των θανάτων από τον επιλόχειο πυρετό: το πλύσιμο των χεριών. (εφημερίδα Καθημερινή, 25/3/2019)
Ετυμολογία
επιλόχειος < επι- + λοχεί(α) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιλόχειος | επιλόχεια / επιλόχειος | επιλόχειο |
| Γενική | επιλοχείου / επιλόχειου | επιλοχείου / επιλόχειας | επιλοχείου / επιλόχειου |
| Αιτιατική | επιλόχειο | επιλόχεια / επιλόχειο | επιλόχειο |
| Κλητική | επιλόχειε | επιλόχεια / επιλόχειε | επιλόχειο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιλόχειοι | επιλόχειες / επιλόχειοι | επιλόχεια |
| Γενική | επιλοχείων / επιλόχειων | επιλοχείων / επιλόχειων | επιλοχείων / επιλόχειων |
| Αιτιατική | επιλοχείους / επιλόχειους | επιλοχείους / επιλόχειες | επιλόχεια |
| Κλητική | επιλόχειοι | επιλόχειες / επιλόχειοι | επιλόχεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →