επιμελητεία
•
- στρατιωτικός όροςη διοικητική μέριμνα για τον εφοδιασμό στρατιωτικού σώματος με τρόφιμα ή / και πολεμοφόδια Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςτο σχετικό κλιμάκιο που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει αυτή την υποχρέωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμελητεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιμελητεία, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική intendance
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιμελητεία | επιμελητείες |
| Γενική | επιμελητείας | επιμελητειών |
| Αιτιατική | επιμελητεία | επιμελητείες |
| Κλητική | επιμελητεία | επιμελητείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →