εφοδιαστική
•
- οικονομίαπου έχει σχέση με την αποθήκευση, μεταφορά ή διανομή εμπορευμάτων και αγαθών καθώς και με τη διαχείριση των σχετικών πληρωμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφοδιαστική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου εφοδιαστικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική logistics)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφοδιαστική | εφοδιαστικές |
| Γενική | εφοδιαστικής | εφοδιαστικών |
| Αιτιατική | εφοδιαστική | εφοδιαστικές |
| Κλητική | εφοδιαστική | εφοδιαστικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →