επιμελητηριακός
•
- που έχει σχέση με το επιμελητήριο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμελητηριακός < επιμελητήριο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιμελητηριακός | επιμελητηριακή | επιμελητηριακό |
| Γενική | επιμελητηριακού | επιμελητηριακής | επιμελητηριακού |
| Αιτιατική | επιμελητηριακό | επιμελητηριακή | επιμελητηριακό |
| Κλητική | επιμελητηριακέ | επιμελητηριακή | επιμελητηριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιμελητηριακοί | επιμελητηριακές | επιμελητηριακά |
| Γενική | επιμελητηριακών | επιμελητηριακών | επιμελητηριακών |
| Αιτιατική | επιμελητηριακούς | επιμελητηριακές | επιμελητηριακά |
| Κλητική | επιμελητηριακοί | επιμελητηριακές | επιμελητηριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →