Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιμελητηριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το επιμελητήριο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιμελητηριακός < επιμελητήριο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιμελητηριακόςεπιμελητηριακήεπιμελητηριακό
Γενικήεπιμελητηριακούεπιμελητηριακήςεπιμελητηριακού
Αιτιατικήεπιμελητηριακόεπιμελητηριακήεπιμελητηριακό
Κλητικήεπιμελητηριακέεπιμελητηριακήεπιμελητηριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιμελητηριακοίεπιμελητηριακέςεπιμελητηριακά
Γενικήεπιμελητηριακώνεπιμελητηριακώνεπιμελητηριακών
Αιτιατικήεπιμελητηριακούςεπιμελητηριακέςεπιμελητηριακά
Κλητικήεπιμελητηριακοίεπιμελητηριακέςεπιμελητηριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →