επιμελητήριο
•
- ο οργανισμός ο οποίος φροντίζει, προστατεύει και επιμελείται των συμφερόντων του κλάδου για τον οποίο συστάθηκε και θεωρείται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμελητήριο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιμελητήριο | επιμελητήρια |
| Γενική | επιμελητήριου / επιμελητηρίου | επιμελητηρίων |
| Αιτιατική | επιμελητήριο | επιμελητήρια |
| Κλητική | επιμελητήριο | επιμελητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →