Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιμερισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο χωρισμός ενός ποσού ή αφηρημένου πράγματος σε μερίδια και η κατανομή τους Βικιλεξικό
    • ο διαχειριστής της πολυκατοικίας είναι αρμόδιος για τον επιμερισμό των κοινόχρηστων εξόδων στα διαμερίσματα
    • η δικαιοσύνη θα αποφανθεί για τον επιμερισμό των ευθυνών

Ετυμολογία

επιμερισμός < ελληνιστική κοινή ἐπιμερισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιμερισμόςεπιμερισμοί
Γενικήεπιμερισμούεπιμερισμών
Αιτιατικήεπιμερισμόεπιμερισμούς
Κλητικήεπιμερισμέεπιμερισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →