επιμερίζω
•
- κατανέμω κάτι σε μερίδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμερίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιμερίζω < ἐπί + αρχαία ελληνική μερίζω < μέρος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιμερίζω | επιμερίζεις | επιμερίζει | επιμερίζουμε | επιμερίζετε | επιμερίζουν / επιμερίζουνε |
| Παρατατικός | επιμέριζα | επιμέριζες | επιμέριζε | επιμερίζαμε | επιμερίζατε | επιμέριζαν / επιμερίζαν / επιμερίζανε |
| Αόριστος | επιμέρισα | επιμέρισες | επιμέρισε | επιμερίσαμε | επιμερίσατε | επιμέρισαν / επιμερίσαν / επιμερίσανε |
| Μέλλοντας | θα επιμερίζω / θα επιμερίσω | θα επιμερίζεις / θα επιμερίσεις | θα επιμερίζει / θα επιμερίσει | θα επιμερίζουμε / θα επιμερίσουμε | θα επιμερίζετε / θα επιμερίσετε | θα επιμερίζουν / θα επιμερίζουνε / θα επιμερίσουν / θα επιμερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιμερίσει | έχεις επιμερίσει | έχει επιμερίσει | έχουμε επιμερίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιμερίσει | είχες επιμερίσει | είχε επιμερίσει | είχαμε επιμερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιμερίσει / να επιμερίζω / να επιμερίσω | να έχεις επιμερίσει / να επιμερίζεις / να επιμερίσεις | να έχει επιμερίσει / να επιμερίζει / να επιμερίσει | να έχουμε επιμερίσει / να επιμερίζουμε / να επιμερίσουμε | να επιμερίζετε / να επιμερίσετε | να επιμερίζουν / να επιμερίζουνε / να επιμερίσουν / να επιμερίσουνε |
| Προστακτική | — | επιμέριζε / επιμέρισε | — | — | επιμερίζετε / επιμερίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επιμερίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →