επιμεριστικός
•
- που έχει σχέση με τον επιμερισμό ή τον δηλώνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμεριστικός < επιμερίζω + -τικός < ελληνιστική κοινή ἐπιμερίζω < ἐπί + αρχαία ελληνική μερίζω < μέρος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική distributif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιμεριστικός | επιμεριστική | επιμεριστικό |
| Γενική | επιμεριστικού | επιμεριστικής | επιμεριστικού |
| Αιτιατική | επιμεριστικό | επιμεριστική | επιμεριστικό |
| Κλητική | επιμεριστικέ | επιμεριστική | επιμεριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιμεριστικοί | επιμεριστικές | επιμεριστικά |
| Γενική | επιμεριστικών | επιμεριστικών | επιμεριστικών |
| Αιτιατική | επιμεριστικούς | επιμεριστικές | επιμεριστικά |
| Κλητική | επιμεριστικοί | επιμεριστικές | επιμεριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →