επιμετρώ
•
- πραγματοποιώ επιμέτρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμετρώ < αρχαία ελληνική ἐπιμετρέω / ἐπιμετρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιμετρώ | επιμετρείς | επιμετρεί | επιμετρούμε | επιμετρείτε | επιμετρούν / επιμετρούνε |
| Παρατατικός | επιμετρούσα | επιμετρούσες | επιμετρούσε | επιμετρούσαμε | επιμετρούσατε | επιμετρούσαν / επιμετρούσανε |
| Αόριστος | επιμέτρησα | επιμέτρησες | επιμέτρησε | επιμετρήσαμε | επιμετρήσατε | επιμέτρησαν / επιμετρήσαν / επιμετρήσανε |
| Μέλλοντας | θα επιμετρήσω / θα επιμετρώ | θα επιμετρήσεις / θα επιμετρείς | θα επιμετρήσει / θα επιμετρεί | θα επιμετρήσουμε / θα επιμετρούμε | θα επιμετρήσετε / θα επιμετρείτε | θα επιμετρήσουν / θα επιμετρήσουνε / θα επιμετρούν / θα επιμετρούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιμετρήσει | έχεις επιμετρήσει | έχει επιμετρήσει | έχουμε επιμετρήσει | έχετε επιμετρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιμετρήσει | είχες επιμετρήσει | είχε επιμετρήσει | είχαμε επιμετρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιμετρήσει / να επιμετρήσω / να επιμετρώ | να έχεις επιμετρήσει / να επιμετρήσεις / να επιμετρείς | να έχει επιμετρήσει / να επιμετρήσει / να επιμετρεί | να έχουμε επιμετρήσει / να επιμετρήσουμε / να επιμετρούμε | να έχετε επιμετρήσει / να επιμετρήσετε / να επιμετρείτε | να επιμετρήσουν / να επιμετρήσουνε / να επιμετρούν / να επιμετρούνε |
| Προστακτική | — | επιμέτρει / επιμέτρησε | — | — | επιμετρήστε / επιμετρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →