Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιπέδωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιπεδώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιπέδωση < ελληνιστική κοινή ἐπιπέδωσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιπέδωσηεπιπεδώσεις
Γενικήεπιπέδωσηςεπιπεδώσεων
Αιτιατικήεπιπέδωσηεπιπεδώσεις
Κλητικήεπιπέδωσηεπιπεδώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →