επιπεδώνω
•
- σπάνιοκάνω κάτι επίπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιπεδώνω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπιπεδ(ῶ) + -ώνω < ελληνιστική κοινή ἐπιπεδόομαι. Διαφορετικό το ελληνιστικό ἐπιπεδάω (δεσμεύω)
Άλλοι τύποι
επιπέδωσαεπιπεδώθηκαεπιπεδώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →