επιπεδομετρία
•
- γεωμετρίαγεωμετρικός κλάδος που αφορά τα επίπεδα σχήματα Βικιλεξικό
- τοπογραφικός κλάδος που αφορά τις επίπεδες αναπαραστάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιπεδομετρία < επίπεδος + -ο- + -μετρία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική planimétrie)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιπεδομετρία | επιπεδομετρίες |
| Γενική | επιπεδομετρίας | επιπεδομετριών |
| Αιτιατική | επιπεδομετρία | επιπεδομετρίες |
| Κλητική | επιπεδομετρία | επιπεδομετρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →