επιπεδομετρικός
•
- γεωμετρίαο σχετικός με την επιπεδομετρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιπεδομετρικός < επιπεδομετρία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιπεδομετρικός | επιπεδομετρική | επιπεδομετρικό |
| Γενική | επιπεδομετρικού | επιπεδομετρικής | επιπεδομετρικού |
| Αιτιατική | επιπεδομετρικό | επιπεδομετρική | επιπεδομετρικό |
| Κλητική | επιπεδομετρικέ | επιπεδομετρική | επιπεδομετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιπεδομετρικοί | επιπεδομετρικές | επιπεδομετρικά |
| Γενική | επιπεδομετρικών | επιπεδομετρικών | επιπεδομετρικών |
| Αιτιατική | επιπεδομετρικούς | επιπεδομετρικές | επιπεδομετρικά |
| Κλητική | επιπεδομετρικοί | επιπεδομετρικές | επιπεδομετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →