επιπλώνω
•
- εφοδιάζω με έπιπλα, βάζω έπιπλα σε ένα χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιπλώνω < έπιπλο + -ώνω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ameubler)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιπλώνω | επιπλώνεις | επιπλώνει | επιπλώνουμε | επιπλώνετε | επιπλώνουν / επιπλώνουνε |
| Παρατατικός | επίπλωνα | επίπλωνες | επίπλωνε | επιπλώναμε | επιπλώνατε | επίπλωναν / επιπλώναν / επιπλώνανε |
| Αόριστος | επίπλωσα | επίπλωσες | επίπλωσε | επιπλώσαμε | επιπλώσατε | επίπλωσαν / επιπλώσαν / επιπλώσανε |
| Μέλλοντας | θα επιπλώνω / θα επιπλώσω | θα επιπλώνεις / θα επιπλώσεις | θα επιπλώνει / θα επιπλώσει | θα επιπλώνουμε / θα επιπλώσουμε | θα επιπλώνετε / θα επιπλώσετε | θα επιπλώνουν / θα επιπλώνουνε / θα επιπλώσουν / θα επιπλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιπλώσει | έχεις επιπλώσει | έχει επιπλώσει | έχουμε επιπλώσει | έχετε επιπλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιπλώσει | είχες επιπλώσει | είχε επιπλώσει | είχαμε επιπλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιπλώσει / να επιπλώνω / να επιπλώσω | να έχεις επιπλώσει / να επιπλώνεις / να επιπλώσεις | να έχει επιπλώσει / να επιπλώνει / να επιπλώσει | να έχουμε επιπλώσει / να επιπλώνουμε / να επιπλώσουμε | να έχετε επιπλώσει / να επιπλώνετε / να επιπλώσετε | να επιπλώνουν / να επιπλώνουνε / να επιπλώσουν / να επιπλώσουνε |
| Προστακτική | — | επίπλωνε / επίπλωσε | — | — | επιπλώνετε / επιπλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →