επιρίνιο
•
- ζωολογίατο πρόσθιο τμήμα του κεφαλιού ορισμένων θηλαστικών (αλόγων, γαϊδουριών κ.λπ.), ανάμεσα στο μέτωπο και τα ρουθούνια Βικιλεξικό
- λόγιοεξάρτημα κράνους για την προστασία της μύτης Βικιλεξικό
- λόγιοκαθένα από τα δύο εξαρτήματα του σκελετού γυαλιών που έρχονται σε επαφή με τη μύτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιρίνιο < ελληνιστική κοινή ἐπιρρίνιον < αρχαία ελληνική ἐπί + ῥίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιρίνιο | επιρίνια |
| Γενική | επιρίνιου | επιρίνιων |
| Αιτιατική | επιρίνιο | επιρίνια |
| Κλητική | επιρίνιο | επιρίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →