επισκευάζω
•
- επιδιορθώνω, φτιάχνω κάτι που έχει χαλάσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισκευάζω < αρχαία ελληνική ἐπισκευάζω < ἐπί + σκευάζω < σκευή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επισκευάζω | επισκευάζεις | επισκευάζει | επισκευάζουμε | επισκευάζετε | επισκευάζουν / επισκευάζουνε |
| Παρατατικός | επισκεύαζα | επισκεύαζες | επισκεύαζε | επισκευάζαμε | επισκευάζατε | επισκευάζαν / επισκευάζανε / επισκεύαζαν |
| Αόριστος | επισκεύασα | επισκεύασες | επισκεύασε | επισκευάσαμε | επισκευάσατε | επισκευάσαν / επισκευάσανε / επισκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα επισκευάζω / θα επισκευάσω | θα επισκευάζεις / θα επισκευάσεις | θα επισκευάζει / θα επισκευάσει | θα επισκευάζουμε / θα επισκευάσουμε | θα επισκευάζετε / θα επισκευάσετε | θα επισκευάζουν / θα επισκευάζουνε / θα επισκευάσουν / θα επισκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επισκευάσει | έχεις επισκευάσει | έχει επισκευάσει | έχουμε επισκευάσει | έχετε επισκευάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επισκευάσει | είχες επισκευάσει | είχε επισκευάσει | είχαμε επισκευάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επισκευάσει / να επισκευάζω / να επισκευάσω | να έχεις επισκευάσει / να επισκευάζεις / να επισκευάσεις | να έχει επισκευάσει / να επισκευάζει / να επισκευάσει | να έχουμε επισκευάσει / να επισκευάζουμε / να επισκευάσουμε | να έχετε επισκευάσει / να επισκευάζετε / να επισκευάσετε | να επισκευάζουν / να επισκευάζουνε / να επισκευάσουν / να επισκευάσουνε |
| Προστακτική | — | επισκεύαζε / επισκεύασε | — | — | επισκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επισκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →