επισμαλτώνω
•
- καλύπτω μια επιφάνεια με σμάλτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισμαλτώνω < επι- + σμάλτο + -ώνω < ιταλική smalto < υστερολατινική smaltum < φραγκική *smalt < πρωτογερμανική *smaltiją
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επισμαλτώνω | επισμαλτώνεις | επισμαλτώνει | επισμαλτώνουμε | επισμαλτώνετε | επισμαλτώνουν / επισμαλτώνουνε |
| Παρατατικός | επισμάλτωνα | επισμάλτωνες | επισμάλτωνε | επισμαλτώναμε | επισμαλτώνατε | επισμάλτωναν / επισμαλτώναν / επισμαλτώνανε |
| Αόριστος | επισμάλτωσα | επισμάλτωσες | επισμάλτωσε | επισμαλτώσαμε | επισμαλτώσατε | επισμάλτωσαν / επισμαλτώσαν / επισμαλτώσανε |
| Μέλλοντας | θα επισμαλτώνω / θα επισμαλτώσω | θα επισμαλτώνεις / θα επισμαλτώσεις | θα επισμαλτώνει / θα επισμαλτώσει | θα επισμαλτώνουμε / θα επισμαλτώσουμε | θα επισμαλτώνετε / θα επισμαλτώσετε | θα επισμαλτώνουν / θα επισμαλτώνουνε / θα επισμαλτώσουν / θα επισμαλτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επισμαλτώσει | έχεις επισμαλτώσει | έχει επισμαλτώσει | έχουμε επισμαλτώσει | έχετε επισμαλτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επισμαλτώσει | είχες επισμαλτώσει | είχε επισμαλτώσει | είχαμε επισμαλτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επισμαλτώσει / να επισμαλτώνω / να επισμαλτώσω | να έχεις επισμαλτώσει / να επισμαλτώνεις / να επισμαλτώσεις | να έχει επισμαλτώσει / να επισμαλτώνει / να επισμαλτώσει | να έχουμε επισμαλτώσει / να επισμαλτώνουμε / να επισμαλτώσουμε | να έχετε επισμαλτώσει / να επισμαλτώνετε / να επισμαλτώσετε | να επισμαλτώνουν / να επισμαλτώνουνε / να επισμαλτώσουν / να επισμαλτώσουνε |
| Προστακτική | — | επισμάλτωνε / επισμάλτωσε | — | — | επισμαλτώνετε / επισμαλτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →