σμάλτο
•
- υαλώδης επίστρωση σε κεραμικά και μεταλλικά αντικείμενα που τους δίνει λαμπερή όψη Βικιλεξικό
- Συνδυάζοντας διάφορες τεχνικές , οι Βυζαντινοί χρυσοχόοι σκαλίζουν τα ευγενή μέταλλα, σμιλεύουν τους ημιπολύτιμους λίθους, ίασπη, σαρδόνυχα, λαζουρίτη, αχάτες και την ορεία κρύσταλλο, λεπτουργούν με μοναδική μαστοριά επιπεδόγλυφα και περίκλειστα σμάλτα και δένουν μαργαριτάρια, πετράδια και πολύχρωμα υέλια στα θελκτικά τους μικροτεχνήματα (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχοΐας, 1995, σελ. 85)
- η λευκή σκληρή ουσία που καλύπτει το ορατό μέρος του δοντιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σμάλτο < ιταλική smalto < υστερολατινική smaltum < φραγκική *smalt < πρωτογερμανική *smaltiją
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σμάλτο | σμάλτα |
| Γενική | σμάλτου | σμάλτων |
| Αιτιατική | σμάλτο | σμάλτα |
| Κλητική | σμάλτο | σμάλτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →