Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιστολικός

/e.pi.sto.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με επιστολή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιστολικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιστολικός < αρχαία ελληνική ἐπιστολή < ἐπιστέλλω < ἐπί + στέλλω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιστολικόςεπιστολικήεπιστολικό
Γενικήεπιστολικούεπιστολικήςεπιστολικού
Αιτιατικήεπιστολικόεπιστολικήεπιστολικό
Κλητικήεπιστολικέεπιστολικήεπιστολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιστολικοίεπιστολικέςεπιστολικά
Γενικήεπιστολικώνεπιστολικώνεπιστολικών
Αιτιατικήεπιστολικούςεπιστολικέςεπιστολικά
Κλητικήεπιστολικοίεπιστολικέςεπιστολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →