Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιστολιμαίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι γραμμένος με μορφή επιστολής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιστολιμαίος < ελληνιστική κοινή ἐπιστολιμαῖος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιστολιμαίοςεπιστολιμαίηεπιστολιμαίο
Γενικήεπιστολιμαίουεπιστολιμαίηςεπιστολιμαίου
Αιτιατικήεπιστολιμαίοεπιστολιμαίηεπιστολιμαίο
Κλητικήεπιστολιμαίεεπιστολιμαίηεπιστολιμαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιστολιμαίοιεπιστολιμαίεςεπιστολιμαία
Γενικήεπιστολιμαίωνεπιστολιμαίωνεπιστολιμαίων
Αιτιατικήεπιστολιμαίουςεπιστολιμαίεςεπιστολιμαία
Κλητικήεπιστολιμαίοιεπιστολιμαίεςεπιστολιμαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →