Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιστολογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επιστολογραφία ή τον επιστολογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιστολογραφικός < επιστολογραφία / επιστολογράφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιστολογραφικόςεπιστολογραφικήεπιστολογραφικό
Γενικήεπιστολογραφικούεπιστολογραφικήςεπιστολογραφικού
Αιτιατικήεπιστολογραφικόεπιστολογραφικήεπιστολογραφικό
Κλητικήεπιστολογραφικέεπιστολογραφικήεπιστολογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιστολογραφικοίεπιστολογραφικέςεπιστολογραφικά
Γενικήεπιστολογραφικώνεπιστολογραφικώνεπιστολογραφικών
Αιτιατικήεπιστολογραφικούςεπιστολογραφικέςεπιστολογραφικά
Κλητικήεπιστολογραφικοίεπιστολογραφικέςεπιστολογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →