επιστολογραφικός
•
- που έχει σχέση με την επιστολογραφία ή τον επιστολογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιστολογραφικός < επιστολογραφία / επιστολογράφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιστολογραφικός | επιστολογραφική | επιστολογραφικό |
| Γενική | επιστολογραφικού | επιστολογραφικής | επιστολογραφικού |
| Αιτιατική | επιστολογραφικό | επιστολογραφική | επιστολογραφικό |
| Κλητική | επιστολογραφικέ | επιστολογραφική | επιστολογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιστολογραφικοί | επιστολογραφικές | επιστολογραφικά |
| Γενική | επιστολογραφικών | επιστολογραφικών | επιστολογραφικών |
| Αιτιατική | επιστολογραφικούς | επιστολογραφικές | επιστολογραφικά |
| Κλητική | επιστολογραφικοί | επιστολογραφικές | επιστολογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →