επισυνάπτω
•
- προσαρτώ σε ένα επίσημο έγγραφο (αίτηση, αναφορά, διαβιβαστικό κλπ) επιπλέον συνοδευτικά σχετικά έγγραφα ή δικαιολογητικά Βικιλεξικό
- προσαρτώ σε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ένα ή περισσότερα αρχεία για αποστολή στον παραλήπτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισυνάπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπισυνάπτω. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + συνάπτω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →