Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επισύναψη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνένωση στοιχείου σε άλλο και ενιαία μεταφορά Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήη ενέργεια της αποστολής ενός αρχείου μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επισύναψη < επισυνάπτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπισύναψηεπισυνάψεις
Γενικήεπισύναψηςεπισυνάψεων
Αιτιατικήεπισύναψηεπισυνάψεις
Κλητικήεπισύναψηεπισυνάψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →