επισχετικός
•
- που έχει σχέση με την επίσχεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισχετικός < ελληνιστική κοινή ἐπισχετικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επισχετικός | επισχετική | επισχετικό |
| Γενική | επισχετικού | επισχετικής | επισχετικού |
| Αιτιατική | επισχετικό | επισχετική | επισχετικό |
| Κλητική | επισχετικέ | επισχετική | επισχετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επισχετικοί | επισχετικές | επισχετικά |
| Γενική | επισχετικών | επισχετικών | επισχετικών |
| Αιτιατική | επισχετικούς | επισχετικές | επισχετικά |
| Κλητική | επισχετικοί | επισχετικές | επισχετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →