Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επισχετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επίσχεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επισχετικός < ελληνιστική κοινή ἐπισχετικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπισχετικόςεπισχετικήεπισχετικό
Γενικήεπισχετικούεπισχετικήςεπισχετικού
Αιτιατικήεπισχετικόεπισχετικήεπισχετικό
Κλητικήεπισχετικέεπισχετικήεπισχετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπισχετικοίεπισχετικέςεπισχετικά
Γενικήεπισχετικώνεπισχετικώνεπισχετικών
Αιτιατικήεπισχετικούςεπισχετικέςεπισχετικά
Κλητικήεπισχετικοίεπισχετικέςεπισχετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →