επίσχεση
•
- αναβολή, καθυστέρηση Βικιλεξικό
- διακοπή, σταμάτημα Βικιλεξικό
- ιατρικήη κατακράτηση και μη αποβολή, για διάφορες αιτίες, υλικού από ανθρώπινα όργανα Βικιλεξικό
- επίσχεση αερίων/κοπράνων/ούρων
Ετυμολογία
επίσχεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίσχε(σις) + -ση < ἐπέχω < ἐπί + ἔχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίσχεση | επισχέσεις |
| Γενική | επίσχεσης | επισχέσεων |
| Αιτιατική | επίσχεση | επισχέσεις |
| Κλητική | επίσχεση | επισχέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →