Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιτήρηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να επιτηρώ/επιβλέπω ένα έργο, την τήρηση όρων μιας συμφωνίας ή τη συμμόρφωση κάποιου προς κάποιους κανόνες Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη εργασία ενός επιτηρητή που προσέχει να μην αντιγράψει κάποιος από τους εξεταζόμενους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιτήρηση < αρχαία ελληνική ἐπιτήρησις < ἐπιτηρῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιτήρησηεπιτηρήσεις
Γενικήεπιτήρησηςεπιτηρήσεων
Αιτιατικήεπιτήρησηεπιτηρήσεις
Κλητικήεπιτήρησηεπιτηρήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →