επιτήρηση
•
- το να επιτηρώ/επιβλέπω ένα έργο, την τήρηση όρων μιας συμφωνίας ή τη συμμόρφωση κάποιου προς κάποιους κανόνες Βικιλεξικό
- ειδικότεραη εργασία ενός επιτηρητή που προσέχει να μην αντιγράψει κάποιος από τους εξεταζόμενους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτήρηση < αρχαία ελληνική ἐπιτήρησις < ἐπιτηρῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτήρηση | επιτηρήσεις |
| Γενική | επιτήρησης | επιτηρήσεων |
| Αιτιατική | επιτήρηση | επιτηρήσεις |
| Κλητική | επιτήρηση | επιτηρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →