ἐπιτηρῶ
•
- πολυτονική γραφή του επιτηρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
επιτηρώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιτηρῶ, συνηρημένου τύπου του ἐπιτηρέω Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + τηρώ
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιτηρώ | επιτηρείς | επιτηρεί | επιτηρούμε | επιτηρείτε | επιτηρούν / επιτηρούνε |
| Παρατατικός | επιτηρούσα | επιτηρούσες | επιτηρούσε | επιτηρούσαμε | επιτηρούσατε | επιτηρούσαν / επιτηρούσανε |
| Αόριστος | επιτήρησα | επιτήρησες | επιτήρησε | επιτηρήσαμε | επιτηρήσατε | επιτήρησαν / επιτηρήσαν / επιτηρήσανε |
| Μέλλοντας | θα επιτηρήσω / θα επιτηρώ | θα επιτηρήσεις / θα επιτηρείς | θα επιτηρήσει / θα επιτηρεί | θα επιτηρήσουμε / θα επιτηρούμε | θα επιτηρήσετε / θα επιτηρείτε | θα επιτηρήσουν / θα επιτηρήσουνε / θα επιτηρούν / θα επιτηρούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιτηρήσει | έχεις επιτηρήσει | έχει επιτηρήσει | έχουμε επιτηρήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιτηρήσει | είχες επιτηρήσει | είχε επιτηρήσει | είχαμε επιτηρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιτηρήσει / να επιτηρήσω / να επιτηρώ | να έχεις επιτηρήσει / να επιτηρήσεις / να επιτηρείς | να έχει επιτηρήσει / να επιτηρήσει / να επιτηρεί | να έχουμε επιτηρήσει / να επιτηρήσουμε / να επιτηρούμε | να επιτηρήσετε / να επιτηρείτε | να επιτηρήσουν / να επιτηρήσουνε / να επιτηρούν / να επιτηρούνε |
| Προστακτική | — | επιτήρησε | — | — | επιτηρήστε / επιτηρείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →