επιτιμώ
•
- λόγιοπροσάπτω μομφή σε κάποιον για κάτι αρνητικό που διέπραξε, επιπλήττω, μαλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτιμώ < αρχαία ελληνική ἐπιτιμάω / ἐπιτιμῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιτιμάω / επιτιμώ | επιτιμάς | επιτιμά / επιτιμάει | επιτιμάμε / επιτιμούμε | επιτιμάτε | επιτιμάν / επιτιμάνε / επιτιμούν / επιτιμούνε |
| Παρατατικός | επιτιμούσα | επιτιμούσες | επιτιμούσε | επιτιμούσαμε | επιτιμούσατε | επιτιμούσαν / επιτιμούσανε |
| Αόριστος | επιτίμησα | επιτίμησες | επιτίμησε | επιτιμήσαμε | επιτιμήσατε | επιτίμησαν / επιτιμήσαν / επιτιμήσανε |
| Μέλλοντας | θα επιτιμάω / θα επιτιμήσω / θα επιτιμώ | θα επιτιμάς / θα επιτιμήσεις | θα επιτιμά / θα επιτιμάει / θα επιτιμήσει | θα επιτιμάμε / θα επιτιμήσουμε / θα επιτιμούμε | θα επιτιμάτε / θα επιτιμήσετε | θα επιτιμάν / θα επιτιμάνε / θα επιτιμήσουν / θα επιτιμήσουνε / θα επιτιμούν / θα επιτιμούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιτιμήσει | έχεις επιτιμήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιτιμήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιτιμήσει / να επιτιμάω / να επιτιμήσω / να επιτιμώ | να έχεις επιτιμήσει / να επιτιμάς / να επιτιμήσεις | να επιτιμά / να επιτιμάει / να επιτιμήσει | να επιτιμάμε / να επιτιμήσουμε / να επιτιμούμε | να επιτιμάτε / να επιτιμήσετε | να επιτιμάν / να επιτιμάνε / να επιτιμήσουν / να επιτιμήσουνε / να επιτιμούν / να επιτιμούνε |
| Προστακτική | — | επιτίμα / επιτίμαγε / επιτίμησε | — | — | επιτιμάτε / επιτιμήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →