επιταχυντής
•
- λόγιογκάζι Βικιλεξικό
- χημείαουσία που συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας χημικής αντίδρασης Βικιλεξικό
- φυσικήμηχανή ή συσκευή που συμβάλλει στην επιτάχυνση ηλεκτρονίων, πρωτονίων κι άλλων φορτισμένων σωματιδίων προσδίδοντάς τους ενέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιταχυντής < επιταχύνω + -τής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική accélérateur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιταχυντής | επιταχυντές |
| Γενική | επιταχυντή | επιταχυντών |
| Αιτιατική | επιταχυντή | επιταχυντές |
| Κλητική | επιταχυντή | επιταχυντές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →