επιταχύνω
•
- αλλάζω το μέτρο ή/και τη διεύθυνση της ταχύτητας ενός σώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιταχύνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιταχύνω < ἐπί + ταχύνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιταχύνω | επιταχύνεις | επιταχύνει | επιταχύνουμε | επιταχύνετε | επιταχύνουν / επιταχύνουνε |
| Παρατατικός | επιτάχυνα / επιταχυνόμουνα | επιτάχυνες / επιταχυνόσουνα | επιτάχυνε / επιταχυνότανε | επιταχύναμε | επιταχύνατε | επιτάχυναν / επιταχύναν / επιταχύνανε |
| Αόριστος | επιτάχυνα | επιτάχυνες | επιτάχυνε | επιταχύναμε | επιταχύνατε | επιτάχυναν / επιταχύναν / επιταχύνανε |
| Μέλλοντας | θα επιταχύνω | θα επιταχύνεις | θα επιταχύνει | θα επιταχύνουμε | θα επιταχύνετε | θα επιταχύνουν / θα επιταχύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιταχύνει | έχεις επιταχύνει | έχει επιταχύνει | έχουμε επιταχύνει | έχετε επιταχύνει | έχουν επιταχύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιταχύνει | είχες επιταχύνει | είχε επιταχύνει | είχαμε επιταχύνει | είχατε επιταχύνει | είχαν επιταχύνει |
| Υποτακτική | να έχω επιταχύνει / να επιταχύνω | να έχεις επιταχύνει / να επιταχύνεις | να έχει επιταχύνει / να επιταχύνει | να έχουμε επιταχύνει / να επιταχύνουμε | να έχετε επιταχύνει / να επιταχύνετε | να έχουν επιταχύνει / να επιταχύνουν / να επιταχύνουνε |
| Προστακτική | — | επιτάχυνε | — | — | επιταχύνετε / επιταχύντε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιταχύνομαι | επιταχύνεσαι | επιταχύνεται | επιταχυνόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | επιταχυνόμουν | επιταχυνόσουν | επιταχυνόταν | επιταχυνόμασταν / επιταχυνόμαστε | — | — |
| Αόριστος | επιταχύνθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα επιταχύνομαι | θα επιταχύνεσαι | θα επιταχύνεται | θα επιταχυνόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να επιταχύνομαι | να επιταχύνεσαι | να επιταχύνεται | να επιταχυνόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →