Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιφάνεια

/e.piˈfa.ni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το σύνολο των σημείων ενός αντικειμένου που βρίσκονται στο εξωτερικό μέρος του και έρχονται σε επαφή με το περιβάλλον του, που το χωρίζουν από τον υπόλοιπο χώρο Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη έκταση ενός ορισμένου τμήματος της επιφάνειας Βικιλεξικό
  3. ειδικότερατο επάνω μέρος του υγρού, εκείνο το τμήμα της επιφάνειάς του το οποίο έρχεται σε επαφή με τον αέρα Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάτα μη ουσιώδη στοιχεία μιας κατάστασης Βικιλεξικό
  5. θρησκείααπό την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα σημαίνει την αποκαλυπτική εμφάνιση ενός θεού ή ενός θείου όντος, ή κάποιας υπερφυσικής ή θείας πραγματικότητας Βικιλεξικό
    • στις 6 Ιανουαρίου στην ανατολική Χριστιανική εκκλησία γιορτάζεται η βάπτιση του Ιησού Χριστού που ονομάζεται Θεοφάνεια ή Επιφάνεια, από το ότι θεωρείται η πρώτη φορά που εμφανίστηκε η Αγία Τριάδα και η άρα η τριαδικότητα του Θεού, ενώ στην δυτική εκκλησία γιορτάζεται η εμφάνιση του στους τρεις μάγους που ήταν εθνικοί κατά την Εβραϊκή άποψη.
  6. αποκάλυψη, εκδήλωση Βικιλεξικό
  7. η αποκαλυπτική σύλληψη ιδέας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιφάνεια < αρχαία ελληνική ἐπιφάνεια < ἐπιφαίνω < ἐπί + φαίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιφάνειαεπιφάνειες
Γενικήεπιφάνειαςεπιφανειών
Αιτιατικήεπιφάνειαεπιφάνειες
Κλητικήεπιφάνειαεπιφάνειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →