επιφάνεια
•
- το σύνολο των σημείων ενός αντικειμένου που βρίσκονται στο εξωτερικό μέρος του και έρχονται σε επαφή με το περιβάλλον του, που το χωρίζουν από τον υπόλοιπο χώρο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη έκταση ενός ορισμένου τμήματος της επιφάνειας Βικιλεξικό
- ειδικότερατο επάνω μέρος του υγρού, εκείνο το τμήμα της επιφάνειάς του το οποίο έρχεται σε επαφή με τον αέρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάτα μη ουσιώδη στοιχεία μιας κατάστασης Βικιλεξικό
- θρησκείααπό την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα σημαίνει την αποκαλυπτική εμφάνιση ενός θεού ή ενός θείου όντος, ή κάποιας υπερφυσικής ή θείας πραγματικότητας Βικιλεξικό
- στις 6 Ιανουαρίου στην ανατολική Χριστιανική εκκλησία γιορτάζεται η βάπτιση του Ιησού Χριστού που ονομάζεται Θεοφάνεια ή Επιφάνεια, από το ότι θεωρείται η πρώτη φορά που εμφανίστηκε η Αγία Τριάδα και η άρα η τριαδικότητα του Θεού, ενώ στην δυτική εκκλησία γιορτάζεται η εμφάνιση του στους τρεις μάγους που ήταν εθνικοί κατά την Εβραϊκή άποψη.
- αποκάλυψη, εκδήλωση Βικιλεξικό
- η αποκαλυπτική σύλληψη ιδέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιφάνεια < αρχαία ελληνική ἐπιφάνεια < ἐπιφαίνω < ἐπί + φαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιφάνεια | επιφάνειες |
| Γενική | επιφάνειας | επιφανειών |
| Αιτιατική | επιφάνεια | επιφάνειες |
| Κλητική | επιφάνεια | επιφάνειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →