επιφανειακός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με την επιφάνεια, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπρόχειρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιφανειακός < επιφάνεια + -ακός < αρχαία ελληνική ἐπιφάνεια
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιφανειακός | επιφανειακή | επιφανειακό |
| Γενική | επιφανειακού | επιφανειακής | επιφανειακού |
| Αιτιατική | επιφανειακό | επιφανειακή | επιφανειακό |
| Κλητική | επιφανειακέ | επιφανειακή | επιφανειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιφανειακοί | επιφανειακές | επιφανειακά |
| Γενική | επιφανειακών | επιφανειακών | επιφανειακών |
| Αιτιατική | επιφανειακούς | επιφανειακές | επιφανειακά |
| Κλητική | επιφανειακοί | επιφανειακές | επιφανειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →