επιχειρηματίας
•
- επάγγελματο πρόσωπο που απασχολείται επαγγελματικά με την ίδρυση, τη λειτουργία και την ανάπτυξη επιχειρήσεων και, συνήθως, του ανήκουν ή είναι ο βασικός επενδυτής σε αυτές Βικιλεξικό
- Από το 1950 και εντεύθεν η ελληνική αργυροχρυσοχοϊκή τέχνη χάρη στους ταλαντούχους μαστόρους και ανήσυχους επιχειρηματίες κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα δυναμική παρουσία τόσο στο χώρο της τέχνης του κοσμήματος όσο και στον επιχειρηματικό. (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχρυσοχοΐας, 1995, σελ. 15)
Ετυμολογία
επιχειρηματίας, ήδη από το 1821 ως ἐπιχειρηματίας < αρχαία ελληνική ἐπιχείρημα, επιχειρηματ- + -ίας μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική entrepreneur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιχειρηματίας | επιχειρηματίες |
| Γενική | επιχειρηματία | επιχειρηματιών |
| Αιτιατική | επιχειρηματία | επιχειρηματίες |
| Κλητική | επιχειρηματία | επιχειρηματίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →