επιχορηγώ
•
- δίνω επιχορήγηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιχορηγώ < ελληνιστική κοινή ἐπιχορηγέω / ἐπιχορηγῶ < ἐπί + αρχαία ελληνική χορηγέω / χορηγῶ < χορός + ἄγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιχορηγώ | επιχορηγείς | επιχορηγεί | επιχορηγούμε | επιχορηγείτε | επιχορηγούν / επιχορηγούνε |
| Παρατατικός | επιχορηγούσα | επιχορηγούσες | επιχορηγούσε | επιχορηγούσαμε | επιχορηγούσατε | επιχορηγούσαν / επιχορηγούσανε |
| Αόριστος | επιχορήγησα | επιχορήγησες | επιχορήγησε | επιχορηγήσαμε | επιχορηγήσατε | επιχορήγησαν / επιχορηγήσαν / επιχορηγήσανε |
| Μέλλοντας | θα επιχορηγήσω / θα επιχορηγώ | θα επιχορηγήσεις / θα επιχορηγείς | θα επιχορηγήσει / θα επιχορηγεί | θα επιχορηγήσουμε / θα επιχορηγούμε | θα επιχορηγήσετε / θα επιχορηγείτε | θα επιχορηγήσουν / θα επιχορηγήσουνε / θα επιχορηγούν / θα επιχορηγούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιχορηγήσει | έχεις επιχορηγήσει | έχει επιχορηγήσει | έχουμε επιχορηγήσει | έχετε επιχορηγήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιχορηγήσει | είχες επιχορηγήσει | είχε επιχορηγήσει | είχαμε επιχορηγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιχορηγήσει / να επιχορηγήσω / να επιχορηγώ | να έχεις επιχορηγήσει / να επιχορηγήσεις / να επιχορηγείς | να έχει επιχορηγήσει / να επιχορηγήσει / να επιχορηγεί | να έχουμε επιχορηγήσει / να επιχορηγήσουμε / να επιχορηγούμε | να έχετε επιχορηγήσει / να επιχορηγήσετε / να επιχορηγείτε | να επιχορηγήσουν / να επιχορηγήσουνε / να επιχορηγούν / να επιχορηγούνε |
| Προστακτική | — | επιχορήγει / επιχορήγησε | — | — | επιχορηγήστε / επιχορηγείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →