Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιχρωματισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει επιχρωματιστεί Βικιλεξικό
    • Επιχρωματισμένη θα κυκλοφορήσει στις ελληνικές αίθουσες στις 10 Μαρτίου, μετά από επεξεργασία που έγινε σε στούντιο της Φλόριντα, η κλασική κομεντί του Γιώργου Τζαβέλλα «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» με τους Γιώργο Κωνσταντίνο και Μάρω Κοντού... έγχρωμους για πρώτη φορά. (*)

Ετυμολογία

επιχρωματισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιχρωματίζω

Άλλοι τύποι

επιχρωματισμέναεπιχρωματισμένεεπιχρωματισμένεςεπιχρωματισμένηεπιχρωματισμένηςεπιχρωματισμένοεπιχρωματισμένοιεπιχρωματισμένοςεπιχρωματισμένουεπιχρωματισμένουςεπιχρωματισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →